δήμος

(5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του, όπου εκτρέφονταν παγόνια.
* * *
ο (AM δῆμος, Α και δᾱμος)
1. διοικητική περιφέρεια ή περιοχή («Δήμος Αθηναίων», «Δῆμος Κυδαθηναιέων»)
2. το σύνολο τών κατοίκων, ο πληθυσμός τής περιοχής
3. φρ. «τὰ ἐν οἴκῳ μὴ ἐν δήμῳ» — τα οικογενειακά προβλήματα ή μυστικά δεν πρέπει να κοινοποιούνται
νεοελλ.
διοικητική περιφέρεια με περισσότερους από δέκα χιλιάδες κατοίκους η οποία, σύμφωνα με τους θεσμούς τής τοπικής αυτοδιοίκησης, διοικείται από αιρετό δήμαρχο και δημοτικό συμβούλιο
αρχ.-μσν.
φατρία τού ιπποδρόμου
αρχ.
1. χώρα, περιοχή («Βοιωτοἰ μάλα πίονα δῆμον ἔχοντες» — οι Βοιωτοί που έχουν πολύ εύφορη χώρα
2. ο λαός τής υπαίθρου, το πλήθος (σε αντίθεση με τους ευγενείς
«ὄφρ' ἀποτίσῃ δῆμος ἀτασθαλίας βασιλέων» — για να πληρώσει ο λαός τις ατασθαλίες τών βασιλέων)
3. πλήθος, μεγάλος αριθμός όμοιων όντων («δῆμος ἰχθύων» — αποφεύγοντας την αυθαιρεσία τού τυράννου να πέσουν στην αυθαιρεσία τού αδίστακτου όχλου)
4. Δήμος
προσωποποίηση τού δήμου
(«ἱερεύς τοῦ Δήμου καὶ τῶν χαρίτων», επιγρ.)
5. το δημοκρατικό πολίτευμα, η δημοκρατία («ἐλπίσαντες δῆμόν τε καταπαύσειν oἱ τύραννοι»)
6. η συνέλευση, η συγκέντρωση τών πολιτών («ἔδοξε τῇ βουλῇ καί τῷ δήμῳ», αποφάσισε η βουλή και η συνέλευση τών πολιτών)
7. μέρος χώρας μαζί με τους κατοίκους του («φρατρίας καί δήμους καὶ κώμας»)
8. (Στην Αττική) κάθε μία από τις υποδιαιρέσεις τών φυλών, τής οποίας προΐστατο ο δήμαρχος
9. για τη δήλωση τού τόπου τής καταγωγής κάποιου («ἐπιγράψει τοὺς βουλευτὰς πατρόθεν καὶ τοῦ δήμου»)
10. (στους Ρωμαίους) η τάξη τών πληβείων
11. (για ένα πρόσ.) άνθρωπος από τον κοινό λαό («οὐδὲ ἔοικε δῆμον ἐόντα παρὲξ ἀγορευέμεν»)
12. (στον στρατό) οι απλοί στρατιώτες (σε αντίθεση με όσους έχουν κάποιο αξίωμα)
13. το μαγικό φυτό κατανάγκη*
14. «δήμος (γυνή)» — η κοινή γυναίκα, η πόρνη·
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δήμος συνδέεται με ιρλ. dām «πλήθος, ομάδα, όμιλος», αρχ. ουαλ. danu «πελάτης» και νεο-ουαλ. daw (f) «γαμπρός (ο σύζυγος τής κόρης)»
Υποστηρίχθηκε ότι αρχική σημασία τής λ. είναι «τμήμα, μέρος» και αποτελεί πιθ. παράγωγο σε -m- (< *da-mo-) ενός ρήματος με σημ. «διανέμω, διαμοιράζω» (βλ. δαίομαι) Η λ. έχει μεγάλη παραγωγική δύναμη τόσο ως α' όσο και ως β' συνθετικό και χρησίμευσε ιδιαιτέρως στη σύνθεση πολλών κύριων ονομάτων κατά την αρχαιότητα.
ΠΑΡ. δημεύω, δημόσιος, δημότης, δημώδης
αρχ.
δημακίδιον, δημίδιον, δημίζω, δημότερος, δημούμαι.
ΣΥΝΘ. (Α' συν θετικό) δημαγωγός, δήμαρχος, δημεγέρτης, δημογέρων, δημοκόλακας (Α -κόλαξ), δημοκόπος, δημοκράτης, δημοκρατία, δημοφιλής, δημωφελής
αρχ.
δημαίτητος, δημεραστής, δημεχθής, δημηγόρος, δημήλατος, δημοβόρος, δημοειδής, δημοθοινία, δημοθοινώ, δημοθόρυβος, δημοκηδής, δημόκοινος, δημόκραντος, δημολόγος, δημοπίθηκος, δημοποίητος, δημόπρακτος, δημοπράτης, δημορριφής, δημοτελής, δημοτερπής, δημούχος, δημοχαρής, δημοχαριστής
αρχ.-μσν.
δημόθρους, δημοκατάρατος
μσν.
δημοεξάπτης, δημοπρόβλητος
νεοελλ.
δημαιρεσία, δημογράφος, δημοδιδάσκαλος, δημοσυντήρητος
(Β' συνθετικό) απόδημος, πάνδημος, παρεπίδημος, συνέκδημος, φιλαπόδημος
αρχ.
αυξίδημος, επίδημος, φιλεπίδημος, έκδημος, φιλέκδημος, ένδημος, φιλόδημος, αλλόδημος, ομόδημος, κοινόδημος, συναπόδημος, μισαπόδημος, πολυαπόδημος, μισόδημος, ευθύδημος, πολύδημος. Κύρια ονόματα: (Α' συνθετικό) Δαμάγαθος, Δαμάγης, Δαμάγητος, Δαμαγόρας, Δαμάγων, Δημάδης, Δημάλκης, Δήμανδρος, Δημάνθης, Δημάρατος, Δαμάρετος, Δημάρης, Δαμάριστος, Δαμάρμενος, Δήμαρχος, Δαμαρίων, Δαμαένετος, Δήμαινος, Δαμαίρετος, Δαμαισίδας, Δήμιππος, Δαμοίτας, Δημωφελής, Δημόδουλος, Δημογένης, Δημοδάμας, Δαμόδικος, Δαμόδοκος, Δημόδοτος, Δημόδωρος, Δαμοθάλεια, Δαμόθεμις, Δαμοθέρσης, Δαμόθοινος, Δάμοθος, Δαμοτθίδας, Δαμοκάδης, Δαμοκαλλίστα, Δημόκλειτος, Δαμοκλής, Δαμόκοσμος, Δαμοκούδης, Δαμοκράτης, Δαμοκρέων, Δημοκρίνης, Δαμόκριτος, Δημοκύδης, Δημοκών, Δήμοκος, Δημολέων, Δαμόλοχος, Δαμόλυτος, Δημομέλης, Δημομένης, Δαμομήδης, Δάμητις, Δαμονίκης, Δαμόνικος, Δημόνοθος, Δημόνομος, Δημόνους, Δαμόξενος, Δαμοπείθης, Δαμόπολις, Δημόπυθος, Δαμοσθένης, Δαμόστρατος, Δημοσών, Δαμοτέλης, Δαμότιμος, Δημοτίων, Δημούχος, Δημοφάνης, Δαμόφαντος, Δαμοφείδης, Δαμόφιλος, Δημοφών, Δαμοχάρης, Δημόχαρις, Δαμόχαρτος, Δαμώναξ, Δαμώνων. (Β' συνθετικό) Αγαθόδαμος, Αγασίδαμος, Αγνόδημος, Αινησίδαμος, Ακεστόδημος, Ακρόδημος, Αλεξίδημος, Αλκίδημος, Αλλόδαμος, Αμφίδημος, Αναξίδαμος, Αντίδημος, Απόδημος, Αρασίδαμος, Αριστόδημος, Αρκεσίδημος, Αρμόδαμος, Αρμοξίδαμος, Αρχέδημος, Αστόδαμος, Αστύδημος, Γνωσίδημος, Διακόδημος, Διόδημος, Ένδημος, Επίδημος, Ερασίδημος, Εύδαμος, Ευθύδημος, Ευρησίδημος, Ευρύδημος, Εχέδαμος, Ζευξίδαμος, Ηγέδημος, Ηγησίδημος, Ηρόδαμος, Ηφαιστόδημος, Θαλίδαμος, Θεμιστόδαμος, Θεόδημος, Θρασύδαμος, Ιασίδαμος, Ιθύδαμος, Ιππόδημος, Καλλίδημος, Κηφισόδημος, Κλεινόδημος, Κλεόδημος, Κρατίδημος, Κρινόδαμος, Κριτόδαμος, Κτησίδημος, Λεοντοδάμα, Λυσίδαμος, Μεγιστόδαμος, Μειξίδημος, Μελέδαμος, Μελησίδημος, Μενέδαμος, Μεσόδαμος, Μνασίδαμος, Νεόδαμος, Νικασίδαμος, Νικόδαμος, Ξενόδημος, Ονησίδημος, Ορθόδαμος, Πειθίδαμος, Πεισίδαμος, Πιστόδημος, Πραξίδαμος, Πρόδαμος, Πρωτόδημος, Πυθόδημος, Πυρρίδημος, Σθενόδημος, Στρατόδημος, Σώδαμος, Σωσίδαμος, Ταχύδημος, Τελέδαμος, Τελεσίδημος, Τιμησίδημος, Τιμόδημος, Υδρίδημος, Φανόδημος, Φαύδαμος, Φιλόδαμος, Φιλτόδαμος, Φρασίδημος, Χαιρίδημος, Χαρίδημος, Χαροπίδαμος, Χρησίδημος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δημός — fat masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δῆμος — district masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημός — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek

  • δήμος — [димос] ουσ. а. община, народ …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δήμος — ο 1. διοικητική περιφέρεια που διοικείται από το δήμαρχο: Γεννήθηκα στο δήμο Καβάλας. 2. φρ., «τα εν οίκω μη εν δήμω», μη δημοσιοποιείς αυτά που συμβαίνουν σε σένα ή στο σπίτι σου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αγίου Αθανασίου, δήμος — Δήμος (14.387 κάτ.) του νομού Θεσσαλονίκης, που ανασυστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τον πρώην ομώνυμο δήμο, καθώς και τις πρώην κοινότητες Αγχιάλου, Βαθυλάκκου, Γεφύρας, Νέας Μεσημβρίας και Ξηροχωρίου, οι οποίες… …   Dictionary of Greek

  • Αγίου Ιωάννη Ρέντη, δήμος — Δήμος (15.060 κάτ.) της νομαρχίας Πειραιώς του νομού Αττικής, που περιλαμβάνει τον ομώνυμο οικισμό …   Dictionary of Greek

  • Αγίου Κηρύκου, δήμος — Δήμος (3.243 κάτ.) του νομού Σάμου, που ανασυστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τον πρώην ομώνυμο δήμο, καθώς και τις πρώην κοινότητες Περδικίου και Χρυσοστόμου οι οποίες καταργήθηκαν. Έδρα του δήμου ορίστηκε ο οικισμός Άγιος… …   Dictionary of Greek

  • Αγίου Νικολάου, δήμος — Δήμος (10.906 κάτ.) και έδρα του νομού Λασιθίου, που ανασυστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τον πρώην ομώνυμο δήμο, καθώς και τις πρώην κοινότητες Βρουχά, Ελούντας, Έξω Λακκωνίων, Έξω Ποτάμων, Ζενίων, Καλού Χωρίου, Κριτσάς,… …   Dictionary of Greek

  • Αγίου Στεφάνου, δήμος — Δήμος (9.451 κάτ.) της νομαρχίας Ανατολικής Αττικής. Αποτελείται από τον ομώνυμο οικισμό, που είναι και η έδρα του, και τον μικρότερο οικισμό Πευκόφυτο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.